ΓΑΛΑ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ

"στην απέναντι ακτή, στα Πευκάκια"

ΓΑΛΑ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ

ΓΑΛΑ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ

Αν το τελευταίο βίβλιο του Κώστα Ακρίβου δεν είχε τον ασυνήθιστο τίτλο Γάλα μαγνησίας, θα μπορούσε να λεγόταν απλά «Κάθαρση». Όμως το βιβλίο του Ακρίβου δεν είναι απλό. Αντίθετα, είναι γεμάτο αντιθέσεις και πρωτοτυπίες, ξεκινώντας από την ίδια την εικόνα του εξωφύλλου που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον τίτλο. Βλέπουμε δηλαδή μια ομάδα αγοριών να πίνουν απολαυστικά γάλα στα σκαλιά ενός οικοτροφείου της Μαγνησίας, την παιδόπολη της Αγριάς Βόλου, εκεί που οι ήρωες του Ακρίβου παίζουν ποδόσφαιρο και κοιτάζουν θαρραλέα τον δυνατότερο αντίπαλο στα μάτια.

Λίγοι συγγραφείς αποκαλύπτουν την πλοκή του βιβλίου τους στις πρώτες σελίδες. Αυτό κάνει ο Ακρίβος στο Γάλα μαγνησίας και παρ’ όλα αυτά καταφέρνει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ενώ το τέλος έχει ήδη γίνει γνωστό, είναι η πορεία των γεγονότων που ενδιαφέρει και αυτή χτίζεται αριστοτεχνικά. Ο αναγνώστης επιζητά την κάθαρση από νωρίς. Το γάλα Μαγνησίας λοιπόν γίνεται το φάρμακο που θα επιφέρει τον ηθικό καθαρμό για τους ήρωες και το καθαρτικό που θα ξαλαφρώσει την ψυχή του αναγνώστη. Φτάνοντας όμως στο τέλος του βιβλίου, ο αναγνώστης διαπιστώνει με έκπληξη ότι τα γεγονότα ήταν πολύ πιο δραματικά από όσο αρχικά είχε πιστέψει.

Το Γάλα μαγνησίας αφηγείται την ιστορία τεσσάρων δεκαεπτάχρονων αγοριών που μεγαλώνουν στο Οικοτροφείο της Μητρόπολης του Βόλου τη διετία 1974-1975. Ο χρόνος και ο τόπος όμως λίγη σημασία έχουν. Αυτό που μετράει είναι τα ίδια τα γεγονότα που αποδεικνύονται τραγικά και τα οποία θα μπορούσαν να συμβούν οπουδήποτε στην ελληνική επαρχία ακόμη και σήμερα. Δυνατές φιλίες, ενδοσχολική βία, φτώχεια, έρωτες, σκασιαρχεία, τσιγάρα, μουσική.

Μια πληθώρα χαρακτήρων πλαισιώνει τα τέσσερα αγόρια: ο γιος του στρατιωτικού που αλλάζει πόλη κάθε τρία χρόνια και έχει κοσμοπολίτικο αέρα, η κόρη του διευθυντή, τα αγόρια της παιδόπολης, μια μισότρελη γριά με καλά κρυμμένα μυστικά, ο ιδιοκτήτης του καφενέ, όπου συχνάζουν, ο διάκος-επιτηρητής του οικοτροφείου, οι καθηγητές του σχολείου, κ.α. Η επαφή των ηρώων με τους γονείς τους, που ζουν μακριά στα χωριά του Πηλίου και παλεύουν για να τα βγάλουν πέρα, είναι επιφανειακή και σύντομη. Με την εκκλησία και τους λειτουργούς της η επικοινωνία τους είναι αδύνατη και καταστροφική. Μόνοι τους μεγαλώνουν, αλλά με αισιοδοξία ότι θα πετύχουν στη ζωή τους. Ο αναγνώστης θα χρειαστεί να φτάσει στις τελευταίες σελίδες για να μάθει όλη την αλήθεια. Τι γίνονται οι φιλίες των μαθητικών χρόνων; Πόσο βαραίνει τη μετέπειτα ζωή μας το παρελθόν της εφηβείας μας;

Το βιβλίο του Κώστα Ακρίβου είναι καλοδουλεμένο και τολμηρό, κι εμείς οι Βολιώτες οφείλουμε να τον ευχαριστήσουμε για το δώρο του. Μετά την ανάγνωση του βιβλίου του, στην οδό Καρτάλη με Αναλήψεως σηκώνουμε το βλέμμα ψηλά. Κοιτάζοντας την ταράτσα του οικοτροφείου, εκεί όπου τα τέσσερα αγόρια πέρασαν τις πιο όμορφες στιγμές τους κάτω από τον βολιώτικο ουρανό, δεν μπορούμε παρά και εμείς σήμερα, κοιτώντας τη, να ονειρευόμαστε.